Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008


Προβολή στο Πολύκεντρο Μανταμάδου της ταινίας «Μικρά Ασία…πάλι» των τούρκων
σκηνοθετών Ταχσίν Ιζμπιλέν-Ισίν Τουργκούτ, που ήταν παρόντες.
Παροχή ουσιαστικής βοήθειας στους σκηνοθέτες για το γύρισμα του καινούργιου τους ντοκυμαντέρ με θέμα τους πρόσφυγες.





άρθρο από ΤΑ ΝΕΑ:

Μαρτυρίες των κυνηγημένων από τους Γερμανούς που πέρασαν στα μικρασιατικά παράλια από Σάμο και Λέσβο «Μας έσωσαν οι Τούρκοι της Σμύρνης»
Ένα ντοκιμαντέρ για τους Έλληνες που στην Κατοχή βρήκαν καταφύγιο στην Τουρκία
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΧΡΗΣΤΟΣ Ν.Ε. ΙΕΡΕΙΔΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

«Ήταν μια αποκάλυψη που συνέβαινε στη θάλασσα. Τρέξαμε στην ακρογιαλιά να δούμε τι τρέχει και αντικρύσαμε να έρχονται Έλληνες», διηγείται στον κινηματογραφικό φακό ο Χαγιάτι Οτσάκ. «Κανονικά μάς φερθήκαν οι άνθρωποι στο Τσεσμέ όταν βγήκαμε, γινήκαν θυσία όλοι, να μας κεράσουνε, να μας περιποιηθούνε το καθετί, στον Τσεσμέ, πάρα πολύ θυσία γινήκαν», θυμάται για τους Τούρκους των μικρασιατικών παραλίων ο Παναγιώτης Δούκας από τη Μυτιλήνη. Το βραβευμένο από την κρατική τουρκική τηλεόραση (ΤRΤ) ντοκιμαντέρ «Μικρά Ασία πάλι» του Τούρκου σκηνοθέτη Τάχσιν Ισμπιλέν (θα προβληθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πάτρας τον Οκτώβριο) εστιάζει στη φιλοξενία που παρείχαν οι Τούρκοι των παραλίων (σε Πέργαμο, Κουσάντασι, Τσεσμέ κ.λπ.) προς τους Έλληνες των νησιών (κυρίως από Σάμο και Λέσβο) οι οποίοι, καταδιωκόμενοι από τους Γερμανούς κατακτητές, ζήτησαν σωτηρία (άλλοι για εγκατάσταση, άλλοι για να συνεχίσουν το ταξίδι τους στη Μέση Ανατολή). Η συγκεκριμένη εξιστόρηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι οι μνήμες του 1922 ήταν ακόμη νωπές (σχεδόν 20 χρόνια από την Ανταλλαγή), και παρ΄ όλη την αρχική καχυποψία, η καλή γειτονία και η αλληλεγγύη αναδείχθηκαν κυρίαρχες αξίες στις σχέσεις των δύο λαών. «Η εποχή εκείνη που οι άνθρωποι αναγκάζονταν να φύγουν στη Μέση Ανατολή μέσω της Τουρκίας ήταν πάρα πολύ δύσκολη, με πείνα, διώξεις, εκτελέσεις. Δεν μπορούσαν να ζήσουν, κι έτσι αναγκαζόντουσαν να φύγουν, να ξενιτευτούν», θυμάται ο Δημήτρης Καράτζιτζης από τη Μυτιλήνη. Συμπληρώνει ο Νίκος Δεμερτζής από τη Σάμο, o οποίος, παιδί τότε, πέρασε απέναντι με τον πατέρα του Κώστα: «Έπεσε πείνα, μεγάλη πείνα, γιατί πρώτα πρώτα δεν ήταν προετοιμασμένοι οι Σαμιώτες και για κατοχή, δεύτερο, διότι είχε πέσει πάρα πολύ χιόνι εκείνη τη χρονιά, ήταν ένας πολύ βαρύς χειμώνας. Τα χόρτα τα οποία βρίσκανε στην εξοχή, τα άγρια χόρτα για να τρώνε, ούτε αυτά υπήρχαν πλέον, διότι είχαν καλυφθεί από το χιόνι και μόνο από τους τοίχους μπορούσαν να πάρουν αλλά και αυτά σώθηκαν. Έτσι, λοιπόν, υπήρξε πείνα και πέθαναν τη χρονιά αυτή κάπου 3.000-3.500 Σαμιώτες». Αλλά και οι Τούρκοι δεν πέρασαν λίγα εκείνη την περίοδο. «Ήμασταν υποχρεωμένοι να δίνουμε ένα μερίδιο από το βιος μας στην κυβέρνηση, στο κράτος», θυμάται ο Αλί Ονάι. «Έπειτα η κατάσταση χειροτέρεψε. Παίρναμε ψωμί με δελτίο. Σε μια επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού στα μέρη μας ο κόσμος άρχισε να φωνάζει “μας αφήνεις να υποφέρουμε από την πείνα” και πήραμε την εξής απάντηση: “Είναι αλήθεια, σας άφησα να πεινάτε, όμως δεν σας άφησα ορφανούς”». Οι βάρκες με τους πρόσφυγες. Για καιρό η θάλασσα ξέβραζε πτώματα στα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Γερμανοί δεν δίσταζαν για το παραμικρό να σκοτώνουν στα ακριτικά ελληνικά νησιά. «Ο πρόεδρος του χωριού συχνά μας έλεγε να κατέβουμε στην παραλία: “ένα πτώμα είναι στην ακτή, να το θάψετε”. Κάναμε συχνά αυτή τη δουλειά, δεν ξέραμε πού να πρωτοπάμε. Έπειτα ήρθαν Έλληνες πρόσφυγες για κάποιο καιρό. Υπόφεραν, πεινούσαν. Κάθε νύχτα ξεπρόβαλλαν από το σκοτάδι στην ακτή 3-5 βάρκες με 100-150 Έλληνες πρόσφυγες. Η κατάστασή τους ήταν χειρότερη από τη δική μας», λέει ο Αχμέτ Γιουνούλ. Παρά τη φτώχεια τους, οι Τούρκοι βοήθησαν τους ταλαιπωρημένους Έλληνες πρόσφυγες. Ζωντανές οι αναμνήσεις του Κώστα Δεμερτζή: «Λέει ό ένας στον άλλο “Βρε Αλί, πήγαινε να φέρεις τον τορβά με το φαγητό και τον καπνό να δώσουμε στους ανθρώπους”. Εμείς του είπαμε εσείς τι θα φάτε, εκείνοι όμως μας το έδωσαν το φαγητό, να φάνε τουλάχιστον τα παιδιά. Μας έδωσαν επίσης καπνό και τσιγαρόχαρτα. Ήταν κι αυτό ένα δίδαγμα πως οι λαοί θέλουν αδελφοσύνη». Λίγο πριν το Κουσάντασι, μια γυναίκα συναντά τους Έλληνες στον δρόμο. Κατέβηκε από το άλογό της και φέρνει ψωμί, τυρί και χαλβά, θυμάται ο Νίκος Δεμερτζής. Τον μοίρασε ο πατέρας μου σε όλους, σε 30 κομμάτια. Η γυναίκα μίλησε ελληνικά: “Με συγχωρείτε, αυτά είχα, δεν έχω τίποτα άλλο να σας δώσω”. Ήταν Τουρκοκρητικιά». Φτάνοντας στη Σμύρνη ο Κώστας Δεμερτζής πήρε τον μικρό του γιο και τον πήγε στις καμένες από το 1922 γειτονιές. «Του είπα πως η Σμύρνη κατοικείτο από πολλούς Έλληνες και είχε Γυμνάσιο και Λύκειο και πως η τρέλα των δικών μας να ακούν τους Άγγλους και τους Γάλλους, να πάει ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρασία και να προχωρήσει μέχρι την Άγκυρα, είχε ως αποτέλεσμα την Καταστροφή του 1922 όπως τη ζήσαμε εμείς κι όσοι γλίτωσαν απ΄ τον πόλεμο. Εκεί, μπροστά στο άγαλμα του Κεμάλ Ατατούρκ, έκανα και το πρώτο επίσημο μάθημα για την ειρήνη στον γιο μου. Θα έρθει μια μέρα που όλα τα κράτη του κόσμου θα ζουν ειρηνικά...»